Η νομοθεσία που αφορά τα σπήλαια δεν λειτουργεί ως ένα ενιαίο και απομονωμένο σύνολο κανόνων, αλλά ως ένα πλέγμα αλληλοσυμπληρούμενων διατάξεων που ενεργοποιούνται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε σπηλαίου. Στην πράξη, ένα σπήλαιο μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί στοιχείο πολιτιστικής κληρονομιάς, κρίσιμο ενδιαιτήμα προστατευόμενων ειδών, προστατευόμενο φυσικό σχηματισμό και τμήμα υπόγειου υδατικού συστήματος. Για τον λόγο αυτό, η προσέγγιση του σπηλαιολόγου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των εφαρμοστέων νομικών πλαισίων.
Βασική αρχή αποτελεί το γεγονός ότι κάθε σπήλαιο αντιμετωπίζεται ως δυνητικά προστατευόμενο έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Η απουσία επίσημου χαρακτηρισμού, καταγραφής ή γνωμοδότησης δεν συνεπάγεται απουσία νομικής προστασίας. Αντιθέτως, η ύπαρξη ενδείξεων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, προστατευόμενης πανίδας, υδρολογικής σύνδεσης ή οικολογικής αξίας αρκεί για να ενεργοποιήσει υποχρεώσεις προστασίας και περιορισμούς επεμβάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του σπηλαιολόγου δεν είναι να υποκαθιστά τις αρμόδιες αρχές, αλλά να αναγνωρίζει εγκαίρως τα νομικά πεδία που ενδέχεται να εφαρμόζονται και να ενεργεί με γνώμονα την πρόληψη, τη θεσμική συνεργασία και τον σεβασμό του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Η γνώση της νομοθεσίας δεν περιορίζει τη σπηλαιολογική δραστηριότητα, αντιθέτως, την καθιστά υπεύθυνη, τεκμηριωμένη και βιώσιμη, διασφαλίζοντας τόσο την προστασία των σπηλαίων όσο και τη νομιμότητα της εξερεύνησης και της μελέτης τους.
Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υφίσταται ένας ενιαίος και αποκλειστικός νόμος που να αφορά αποκλειστικά τα σπήλαια. Παρ’ όλα αυτά, τα σπήλαια δεν αποτελούν νομικό κενό, αλλά προστατεύονται μέσω ενός σύνθετου και αλληλοσυμπληρούμενου πλέγματος διατάξεων που αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά, το φυσικό περιβάλλον, τη βιοποικιλότητα, την πανίδα, τα ύδατα και την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων. Η προστασία τους προκύπτει από τον συνδυασμό αυτών των πλαισίων και ενεργοποιείται ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε σπηλαίου.
Προεδρικό Διάταγμα 941/1977 (ΦΕΚ Α΄ 320)
«Περί οργανώσεως των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού».
Προεδρικό Διάταγμα 191/2003 (ΦΕΚ Α΄ 146)
«Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού».
Προεδρικό Διάταγμα 4/2018 (ΦΕΚ Α΄ 7/22.01.2018)
«Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού».
Η κρατική αρμοδιότητα για την προστασία και μελέτη των σπηλαίων στην Ελλάδα θεμελιώνεται ήδη από τη δεκαετία του 1970. Με το Π.Δ. 941/1977 καθορίστηκε για πρώτη φορά, σε κανονιστικό επίπεδο, η ευθύνη του Υπουργείου Πολιτισμού για τα σπήλαια που παρουσιάζουν αρχαιολογικό, παλαιοντολογικό, παλαιοανθρωπολογικό ή γενικότερα επιστημονικό ενδιαφέρον. Το άρθρο 46 του εν λόγω Διατάγματος προσδιόρισε ότι τα σπήλαια αυτά υπάγονται στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, κατοχυρώνοντας την κρατική ευθύνη για την έρευνα, τη μελέτη και την προστασία τους.
Η διοικητική εξειδίκευση της αρμοδιότητας αυτής αποτυπώθηκε μεταγενέστερα και στο Π.Δ. 191/2003 «Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού», όπου στο άρθρο 49 καθορίζεται η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των Εφορειών Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας. Το διάταγμα αυτό δεν μεταβάλλει το καθεστώς προστασίας των σπηλαίων, αλλά οργανώνει σε υπηρεσιακό επίπεδο την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας από το Υπουργείο Πολιτισμού, αποτελώντας ενδιάμεσο στάδιο στη διοικητική εξέλιξη που ολοκληρώνεται με τον Οργανισμό του ΥΠΠΟΑ του 2018.
Η σύγχρονη θεσμική μορφή της αρμόδιας υπηρεσίας αποτυπώθηκε ρητά με το Π.Δ. 4/2018 «Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού». Με το άρθρο 27 του Διατάγματος αυτού καθορίστηκαν εκ νέου η σύσταση, οι αρμοδιότητες και η λειτουργία της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας ως αυτοτελούς και εξειδικευμένης οργανικής μονάδας του Υπουργείου Πολιτισμού. Το Π.Δ. 4/2018 δεν εισάγει νέα αρμοδιότητα, αλλά ενοποιεί και επικαιροποιεί το ήδη υφιστάμενο θεσμικό καθεστώς, αποσαφηνίζοντας ότι η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας αποτελεί σήμερα την καθ’ ύλην αρμόδια αρχή για τα σπήλαια σε ολόκληρη τη χώρα.
Κατά συνέπεια, η μετάβαση από το Π.Δ. 941/1977 στο Π.Δ. 4/2018 δεν συνιστά ρήξη ή ασυνέχεια στη νομική προστασία των σπηλαίων, αλλά διοικητική εξέλιξη και εκσυγχρονισμό της ίδιας θεσμικής ευθύνης. Η αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού για τα σπήλαια παραμένει διαχρονικά αδιάλειπτη και ενισχύεται από τη μεταγενέστερη νομοθεσία, ιδίως τον Ν. 3028/2002 και την ειδική κανονιστική πράξη του 1983 για την προστασία των σπηλαίων.
Υπουργική Απόφαση 34593/11080/23.6.1983 (ΦΕΚ Β΄ 398)
«Περί προστασίας των σπηλαίων».
Νόμος 3028/2002 (ΦΕΚ Α΄ 153)
«Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς».
Η προστασία αυτή εξειδικεύεται περαιτέρω με την Υπουργική Απόφαση 34593/11080 (ΦΕΚ 398/Β’/1983), η οποία θεσπίζει ειδικούς κανόνες για την προστασία των σπηλαίων. Η Υπουργική Απόφαση αντιμετωπίζει τα σπήλαια ως αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας και προβλέπει ότι κάθε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας εντός σπηλαίου, όπως οστά, εργαλεία, κατασκευές ή στρωματογραφικές ενδείξεις, συνιστά αρχαιολογικό αντικείμενο και υπάγεται στο καθεστώς προστασίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε επέμβαση, έρευνα, εκμετάλλευση ή αλλοίωση σπηλαίου χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής απαγορεύεται, ανεξαρτήτως της πρόθεσης ή του σκοπού της ενέργειας.
Ο αρχαιολογικός νόμος Ν. 3028/2002 αποτελεί τον θεμελιώδη πυλώνα της προστασίας των σπηλαίων στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς για πρώτη φορά προβλέπει ρητά ότι στα αρχαία μνημεία περιλαμβάνονται και τα σπήλαια, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις ότι συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη. Η διατύπωση αυτή, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του νόμου, δεν απαιτεί προηγούμενο χαρακτηρισμό, ανασκαφή ή επίσημη καταγραφή του σπηλαίου, αλλά αρκείται στην ύπαρξη εύλογων ενδείξεων ανθρώπινης δραστηριότητας για να ενεργοποιηθεί αυτοδίκαια το καθεστώς προστασίας. Κατά συνέπεια, κάθε σπήλαιο στο οποίο εντοπίζονται ή πιθανολογούνται ίχνη ανθρώπινης παρουσίας αντιμετωπίζεται νομικά ως αρχαίο μνημείο και υπάγεται πλήρως στις διατάξεις του νόμου περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, γεγονός που καθιστά υποχρεωτική την εμπλοκή των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και απαγορεύει οποιαδήποτε επέμβαση, αλλοίωση ή έρευνα χωρίς τη νόμιμη έγκριση.
Στη νομοθεσία που αφορά τα σπήλαια είναι κρίσιμο να γίνεται διάκριση μεταξύ ρητής και έμμεσης προστασίας, καθώς τα σπήλαια δεν καλύπτονται από ένα ενιαίο νομοθέτημα αλλά από περισσότερα κανονιστικά πλαίσια. Ρητή και ονομαστική αναφορά στα σπήλαια γίνεται τόσο στην αρχαιολογική νομοθεσία (Ν. 3028/2002 ) όσο και στην ειδική κανονιστική πράξη του Υπουργείου Πολιτισμού (Υπουργική Απόφαση 34593/11080/1983) που είδαμε παραπάνω. Αντίθετα, στην περιβαλλοντική και ευρωπαϊκή νομοθεσία τα σπήλαια δεν κατονομάζονται ως αυτοτελές αντικείμενο προστασίας, αλλά προστατεύονται έμμεσα, ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, ως φυσικοί σχηματισμοί, ως οικότοποι ή ως ενδιαιτήματα προστατευόμενων ειδών, όπως θα δούμε παρακάτω.
Νόμος 1650/1986 (ΦΕΚ Α΄ 160)
«Για την προστασία του περιβάλλοντος».
Νόμος 4685/2020 (ΦΕΚ Α΄ 92)
«Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας».
Πέραν της αρχαιολογικής διάστασης, τα σπήλαια προστατεύονται και μέσω της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Ο Ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως έχει εκσυγχρονιστεί και αναδιαρθρωθεί με τον Ν. 4685/2020, θεσπίζει το γενικό πλαίσιο προστασίας της φύσης και της βιοποικιλότητας και εισάγει κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών, ζώνες προστασίας και μηχανισμούς διαχείρισης φυσικών σχηματισμών. Στο πλαίσιο αυτό, σπήλαια μπορούν να προστατευθούν ως στοιχεία ιδιαίτερης οικολογικής ή γεωμορφολογικής αξίας, ως τμήμα ευρύτερων οικοσυστημάτων ή ως προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Ιδιαίτερη σημασία για το Ν.1650/1986, έχει το άρθρο 2 (Ορισμοί), όπου ορίζεται ότι το φυσικό περιβάλλον περιλαμβάνει τα φυσικά οικοσυστήματα, τους γεωλογικούς σχηματισμούς και τα στοιχεία που τα συνθέτουν. Με αυτή τη γενική αλλά ουσιαστική διατύπωση, τα σπήλαια εντάσσονται νομικά στο φυσικό περιβάλλον ως γεωμορφολογικοί και οικολογικοί σχηματισμοί, χωρίς να απαιτείται ειδική ονομαστική αναφορά. Εξίσου κρίσιμο είναι το άρθρο 4, το οποίο εισάγει την υποχρέωση πρόληψης και αποτροπής της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.
Στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας υπάρχει ο Ν. 4685/2020 και ειδικότερα το άρθρο 46, το οποίο ρυθμίζει τις κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών και τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας. Στο άρθρο αυτό προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εθνικά πάρκα, τα καταφύγια άγριας ζωής, τα προστατευόμενα τοπία και οι προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί, καθώς και οι ζώνες προστασίας που δύνανται να θεσπιστούν εντός αυτών. Αν και ο όρος «σπήλαιο» δεν αναφέρεται ρητά, τα σπήλαια εντάσσονται ουσιαστικά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης, καθώς αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα φυσικών σχηματισμών με ιδιαίτερη γεωμορφολογική, οικολογική και επιστημονική αξία. Μέσω του άρθρου 46 παρέχεται η δυνατότητα θεσμικής προστασίας σπηλαίων είτε αυτοτελώς, ως προστατευόμενων φυσικών σχηματισμών, είτε ως στοιχείων ευρύτερων προστατευόμενων περιοχών, με την επιβολή ζωνών προστασίας και ειδικών όρων χρήσεων και δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, σε προγενέστερα άρθρα του ίδιου νόμου καθορίζεται ο ρόλος του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), ο οποίος αποτελεί τον αρμόδιο φορέα για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και την εφαρμογή των καθεστώτων προστασίας στις προστατευόμενες περιοχές της χώρας. Ο ΟΦΥΠΕΚΑ έχει, μεταξύ άλλων, αρμοδιότητες σχετικές με την εκπόνηση και εφαρμογή Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και Σχεδίων Διαχείρισης, καθώς και με την εισήγηση μέτρων προστασίας, περιορισμών πρόσβασης ή χρήσεων, όταν αυτό απαιτείται για τη διατήρηση φυσικών σχηματισμών και οικοσυστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, τα σπήλαια που εντάσσονται σε προστατευόμενες περιοχές ή χαρακτηρίζονται ως φυσικοί σχηματισμοί εμπίπτουν στη διαχειριστική αρμοδιότητα του ΟΦΥΠΕΚΑ, γεγονός που καθιστά τον οργανισμό κρίσιμο θεσμικό συνομιλητή σε ζητήματα προστασίας, διαχείρισης και πρόληψης υποβάθμισης σπηλαίων.
Νόμος 3937/2011 (ΦΕΚ Α΄ 60)
«Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις».
Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου
«Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (Οδηγία Οικοτόπων)».
Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
«Για τη διατήρηση των άγριων πτηνών (Οδηγία Πτηνών)».
Συμπληρωματικά προς την αρχαιολογική και την περιβαλλοντική νομοθεσία, ιδιαίτερη σημασία για την προστασία των σπηλαίων έχει ο Ν. 3937/2011 «Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις». Ο νόμος αυτός θεσπίζει το εθνικό πλαίσιο εφαρμογής της προστασίας της βιοποικιλότητας και ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη τις βασικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα προστατευόμενα είδη και τα ενδιαιτήματά τους. Στο πλαίσιο αυτό, τα σπήλαια αντιμετωπίζονται ως κρίσιμα ενδιαιτήματα ειδών πανίδας (άρθρο 5), ιδίως νυχτερίδων και άλλων εξειδικευμένων σπηλαιόβιων οργανισμών, ανεξαρτήτως αν αυτά βρίσκονται εντός θεσμοθετημένων προστατευόμενων περιοχών. Η παρουσία προστατευόμενων ειδών σε ένα σπήλαιο ενεργοποιεί υποχρεώσεις πρόληψης υποβάθμισης και αποφυγής όχλησης, καθιστώντας δυνατή την επιβολή περιορισμών σε δραστηριότητες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη φυσική τους λειτουργία. Με τον τρόπο αυτό, ο Ν. 3937/2011 λειτουργεί ως κρίσιμος κρίκος μεταξύ της ευρωπαϊκής προστασίας ειδών και της εθνικής πρακτικής διαχείρισης σπηλαίων, ενισχύοντας το καθεστώς προστασίας τους ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται αρχαιολογικός χαρακτηρισμός.
Μάλιστα στο άρθρο 4 του Ν. 3937/2011, με το οποίο αντικαθίσταται το άρθρο 18 του Ν. 1650/1986, προβλέπεται ότι αντικείμενα προστασίας μπορούν να είναι «μεμονωμένα στοιχεία ή σύνολα της φύσης» λόγω οικολογικής, γεωλογικής ή επιστημονικής αξίας. Στην παράγραφο 5β του ίδιου άρθρου, όταν ορίζονται οι προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί, γίνεται ρητή και ονομαστική αναφορά στις “σπηλιές” ως προστατευόμενους φυσικούς σχηματισμούς, μαζί με φαράγγια, πηγές, γεωτόπους κ.λπ.
Η αντίστοιχη Ευρωπαϊκή νομοθεσία εδράζεται στην Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους και στην Οδηγία 2009/147/ΕΚ για τα άγρια πτηνά. Στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται η υποβάθμιση ενδιαιτημάτων και η όχληση προστατευόμενων ειδών, γεγονός που μπορεί να επιβάλει περιορισμούς στην πρόσβαση, τον φωτισμό ή τη χρήση σπηλαίων, ακόμη και όταν αυτά δεν είναι επισήμως χαρακτηρισμένα ή ενταγμένα σε καθεστώς Natura 2000.
Κεντρικής σημασίας, στην Οδηγία 92/43/ΕΟΚ είναι το άρθρο 6, το οποίο ρυθμίζει τα μέτρα προστασίας για τις Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (Natura 2000). Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση των οικοτόπων και η όχληση των ειδών για τα οποία έχει χαρακτηριστεί μια περιοχή. Για τα σπήλαια αυτό είναι καθοριστικό, διότι ακόμη και δραστηριότητες χωρίς μόνιμη επέμβαση, όπως η συχνή ανθρώπινη παρουσία, ο φωτισμός ή ο θόρυβος, μπορούν να θεωρηθούν όχληση ή υποβάθμιση, εφόσον επηρεάζουν προστατευόμενα είδη όπως οι νυχτερίδες. Εξίσου σημαντικό είναι το άρθρο 12, το οποίο επιβάλλει αυστηρή προστασία σε ορισμένα είδη πανίδας, ανεξαρτήτως αν βρίσκονται εντός προστατευόμενης περιοχής ή όχι. Η διάταξη αυτή απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη σκόπιμη όχληση των ειδών αυτών, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, διαχείμασης ή ανάπαυσης. Για τα σπήλαια, το άρθρο 12 είναι κομβικό, διότι πολλά είδη νυχτερίδων χρησιμοποιούν σπήλαια ως καταφύγια αναπαραγωγής ή διαχείμανσης, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε όχληση να μπορεί να συνιστά παράβαση της Οδηγίας, ακόμη και εκτός Natura 2000. Ιδιαίτερη αξία για τη σπηλαιολογική κοινότητα έχει και το γεγονός ότι στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας περιλαμβάνονται τύποι οικοτόπων που αφορούν άμεσα υπόγεια ή σπηλαιώδη περιβάλλοντα, ενώ στο Παράρτημα ΙΙ περιλαμβάνονται είδη, κυρίως νυχτερίδες, των οποίων η επιβίωση εξαρτάται άμεσα από τη διατήρηση σπηλαίων ως χώρων αναπαραγωγής, διαχείμασης και ανάπαυσης. Ως εκ τούτου, τα σπήλαια στα οποία απαντώνται τα είδη αυτά αποκτούν ουσιαστική νομική προστασία ως κρίσιμα ενδιαιτήματα, ακόμη και όταν δεν κατονομάζονται ρητά στο κυρίως σώμα της Οδηγίας.
Καίριο ρόλο στην Οδηγία 2009/147/ΕΚ διαδραματίζει το άρθρο 4, το οποίο προβλέπει τον χαρακτηρισμό Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) για είδη πτηνών που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Όταν ένα σπήλαιο ή η ευρύτερη περιοχή του εντάσσεται σε ΖΕΠ, οποιαδήποτε δραστηριότητα που μπορεί να επηρεάσει τα προστατευόμενα είδη ή τα ενδιαιτήματά τους υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς. Ακόμη πιο κρίσιμο για την καθημερινή σπηλαιολογική πρακτική είναι το άρθρο 5, το οποίο απαγορεύει τη σκόπιμη θανάτωση, σύλληψη ή όχληση των άγριων πτηνών, καθώς και την καταστροφή ή φθορά των τόπων αναπαραγωγής ή ανάπαυσής τους. Η έννοια της «όχλησης» ερμηνεύεται ευρέως και μπορεί να περιλαμβάνει την ανθρώπινη παρουσία, τον φωτισμό ή τη μεταβολή μικροκλίματος σε σπηλαιώδεις χώρους που χρησιμοποιούνται από πτηνά, όπως σε είσοδους σπηλαίων ή κοιλότητες βράχων.
Νόμος 3199/2003 (ΦΕΚ Α΄ 280)
«Προστασία και διαχείριση των υδάτων – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ».
Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
«Για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων».
Η νομοθεσία που εφαρμόζεται στα σπήλαια τα οποία συνδέονται με υπόγεια υδρολογικά και καρστικά συστήματα είναι πρωτίστως η νομοθεσία για την προστασία και διαχείριση των υδάτων, όπως αυτή έχει ενσωματώσει το ευρωπαϊκό δίκαιο στην ελληνική έννομη τάξη. Ο βασικός νόμος είναι ο Ν. 3199/2003 (ΦΕΚ Α΄ 280) «Προστασία και διαχείριση των υδάτων – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ». Ο νόμος αυτός θεσπίζει το γενικό πλαίσιο προστασίας όλων των υδατικών σωμάτων, επιφανειακών και υπόγειων, και αντιμετωπίζει τα υπόγεια ύδατα (άρθρο 2) ως ενιαία υδρολογικά συστήματα, ανεξαρτήτως αν αυτά είναι ορατά ή προσβάσιμα. Στο πλαίσιο αυτό, τα σπήλαια που αποτελούν τμήμα καρστικών συστημάτων, φιλοξενούν υπόγεια ροή ή συνδέονται με πηγές και υδροφορείς εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κάθε δραστηριότητα που μπορεί να προκαλέσει ρύπανση, μεταβολή ροής ή ποιοτική υποβάθμιση υπόγειων υδάτων θεωρείται δυνητικά παράνομη χωρίς την προβλεπόμενη αδειοδότηση.
Συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 3199/2003, και ιδίως τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), τα οποία καθορίζουν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας (άρθρο 5) για κάθε υδατικό διαμέρισμα της χώρας. Σε καρστικές περιοχές, τα σχέδια αυτά συχνά προβλέπουν αυξημένα μέτρα πρόληψης, καθώς τα υπόγεια νερά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στη ρύπανση και οι επιπτώσεις μεταφέρονται ταχύτατα σε μεγάλες αποστάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η υδατική νομοθεσία δεν απαιτεί ορατή ρύπανση ή άμεση υδροληψία για να εφαρμοστεί. Αρκεί η δυνατότητα επηρεασμού υπόγειου υδατικού σώματος, κάτι που ισχύει κατ’ εξοχήν στα σπήλαια που αποτελούν τμήμα καρστικών δικτύων. Έτσι, παρεμβάσεις όπως μπαζώματα, απόρριψη υλικών, αλλοίωση φυσικής αποστράγγισης ή ακόμη και ανεξέλεγκτη ανθρώπινη δραστηριότητα μπορούν να θεωρηθούν παράβαση της νομοθεσίας για τα ύδατα.
Η εφαρμογή της υδατικής νομοθεσίας σε σπήλαια λειτουργεί συχνά παράλληλα και συμπληρωματικά με την περιβαλλοντική και την αρχαιολογική προστασία. Ένα σπήλαιο μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί στοιχείο πολιτιστικής κληρονομιάς, προστατευόμενο φυσικό σχηματισμό και τμήμα υπόγειου υδατικού συστήματος, με αποτέλεσμα να απαιτείται συνδυασμός εγκρίσεων και αυξημένη θεσμική προσοχή.
Νόμος 4014/2011 (ΦΕΚ Α΄ 209)
«Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων».
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει το πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων, όπως αυτό καθορίζεται από τον Ν. 4014/2011. Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κάθε έργο ή δραστηριότητα που ενδέχεται να επιφέρει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στο υπέδαφος ή στα υπόγεια υδρολογικά και καρστικά συστήματα υπάγεται υποχρεωτικά σε διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης (άρθρο 1). Στο πλαίσιο αυτό, έργα όπως οδικές διανοίξεις και διανοίξεις προσβάσεων, τουριστικές εγκαταστάσεις και παρεμβάσεις «ήπιας αξιοποίησης», λατομικές και εξορυκτικές δραστηριότητες, εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που απαιτούν εκσκαφές ή βαριές τεχνικές παρεμβάσεις, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που δύναται να επηρεάσει τη φυσική λειτουργία ενός σπηλαίου, εξετάζονται προληπτικά στο πλαίσιο της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (άρθρο 2).
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων οφείλει να αποτυπώνει την υφιστάμενη κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και να αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις του έργου με βάση τα πραγματικά δεδομένα της περιοχής παρέμβασης, χωρίς να απαιτείται το φυσικό στοιχείο που επηρεάζεται να είναι επισήμως καταγεγραμμένο ή χαρακτηρισμένο (άρθρα 2 και 11). Κατά συνέπεια, η ύπαρξη σπηλαίου ή υπόγειου καρστικού σχηματισμού, ακόμη και αν δεν έχει τυπικά καταγραφεί, αποτελεί στοιχείο που οφείλει να συνεκτιμηθεί υποχρεωτικά κατά την περιβαλλοντική αξιολόγηση.
Ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα των επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή ειδικών περιβαλλοντικών όρων ή περιορισμών, στην τροποποίηση του σχεδιασμού ή της χωροθέτησης του έργου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στη μη έγκρισή του (άρθρο 2). Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη και τυχόν άλλα εφαρμοστέα καθεστώτα προστασίας, όπως η αρχαιολογική νομοθεσία, η προστασία της βιοποικιλότητας ή η νομοθεσία για τα ύδατα, μέσω της υποχρεωτικής διαβούλευσης και γνωμοδότησης των αρμόδιων αρχών (άρθρα 2 και 10).
Βρείτε αν η περιοχή ή το σπήλαιο βρίσκεται σε κυρηγμένο αρχαιολογικό χώρο.
https://www.arxaiologikoktimatologio.gov.gr/
Η μη εμφάνιση μιας περιοχής στον χάρτη ΔΕΝ σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρχαιολογική προστασία. Ο Ν. 3028/2002 προστατεύει και μη καταγεγραμμένα σπήλαια, αν υπάρχουν ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας.
Βρείτε αν η περιοχή ή το σπήλαιο βρίσκεται σε προστατευόμενη περιοχή (Natura 2000 (ΕΖΔ & ΖΕΠ), Εθνικά Πάρκα, Καταφύγια Άγριας Ζωής, Προστατευόμενα Τοπία, Προστατευόμενους Φυσικούς Σχηματισμούς.
ή https://natura2000.eea.europa.eu/
Ειδικά για την μελέτη, καταγραφή ή φωτογράφιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας απαιτείται προηγούμενη άδεια από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Ν. 3937/2011, άρθρο 11). Οι αιτήσεις περιλαμβάνουν στοιχεία όπως: σκοπός και μεθοδολογία, περιοχή και διάρκεια, είδη προς μελέτη και σύνθεση ομάδας πεδίου, και υποβάλλονται πριν την υλοποίηση της δράσης. Οι σχετικές οδηγίες και φόρμες:
https://ypen.gov.gr/perivallon/dasi/diacheirisi-dason/adeies-erevnon/
Για συλλόγους και οργανωμένους φορείς που ασκούν επίσημη σπηλαιολογική δραστηριότητα, η προηγούμενη άδεια ή θεσμική έγκριση αποτελεί κατά κανόνα απαραίτητη προϋπόθεση πριν από την πραγματοποίηση δράσεων σε σπήλαια. Η απαίτηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε σπήλαια που είναι ρητά χαρακτηρισμένα ή καταγεγραμμένα, αλλά απορρέει από τη φύση της συλλογικής και οργανωμένης δραστηριότητας, η οποία υπερβαίνει την απλή ιδιωτική επίσκεψη. Ειδικότερα, άδεια ή επίσημη συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές απαιτείται όταν η δράση έχει χαρακτήρα έρευνας, τεκμηρίωσης, χαρτογράφησης, φωτογράφησης ή δημοσίευσης, όταν πραγματοποιείται στο πλαίσιο εκπαιδευτικών ή επιμορφωτικών δραστηριοτήτων, καθώς και όταν αφορά οργανωμένες επισκέψεις με συμμετοχή πολλών ατόμων.
Η υποχρέωση αυτή ισχύει ιδίως σε σπήλαια με αρχαιολογικό ή παλαιοανθρωπολογικό ενδιαφέρον, σε σπήλαια που βρίσκονται εντός θεσμοθετημένων προστατευόμενων περιοχών ή φιλοξενούν προστατευόμενα είδη, αλλά και σε περιπτώσεις όπου το νομικό καθεστώς του σπηλαίου δεν είναι απολύτως σαφές. Στο πλαίσιο αυτό, η επίσημη δράση συλλόγων τεκμαίρεται ότι απαιτεί προηγούμενη θεσμική κάλυψη, είτε μέσω άδειας του Υπουργείου Πολιτισμού είτε μέσω συνεννόησης με τις αρμόδιες περιβαλλοντικές αρχές, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του σπηλαίου, η νομιμότητα της δραστηριότητας και η ευθύνη του φορέα που την οργανώνει.
Η απουσία οργανωμένου φορέα ή επίσημης συλλογικής δράσης δεν συνεπάγεται ελευθερία ανεξέλεγκτης πρόσβασης στα σπήλαια. Αν και οι μεμονωμένες επισκέψεις ιδιωτών δεν εντάσσονται αυτομάτως σε καθεστώς θεσμικής αδειοδότησης, οι δραστηριότητες αυτές ενέχουν σοβαρούς κινδύνους τόσο για την προσωπική ασφάλεια των επισκεπτών όσο και για την ακεραιότητα των ίδιων των σπηλαίων. Η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης, γνώσης του υπόγειου περιβάλλοντος και βασικών κανόνων σπηλαιολογικής δεοντολογίας μπορεί να οδηγήσει σε ατυχήματα, εγκλωβισμούς ή μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις φυσικών και πολιτιστικών στοιχείων. Για τον λόγο αυτό, η είσοδος σε σπήλαια χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση και στοιχειώδη γνώση των κινδύνων και των κανόνων προστασίας δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής ή υπεύθυνη πρακτική, ανεξαρτήτως του αν πραγματοποιείται από ιδιώτες ή οργανωμένους φορείς.
Πέραν της τήρησης του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ο Σύλλογος ακολουθεί τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές της Σπηλαιολογικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΣΟΕ) όσον αφορά την προστασία των σπηλαίων και τη συμπεριφορά στο πεδίο. Η ΣΟΕ έχει δημιουργήσει ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο σπηλαιολογικής δεοντολογίας, το οποίο έχει αναπτυχθεί από τη σπηλαιολογική κοινότητα και αποσκοπεί σε συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πρακτικές κατά την εξερεύνηση, μελέτη και επίσκεψη σπηλαίων.
Οι αρχές της σπηλαιολογικής δεοντολογίας εστιάζουν στην αποφυγή κάθε μορφής αλλοίωσης ή φθοράς του σπηλαιώδους περιβάλλοντος, στον σεβασμό της πανίδας και του μικροκλίματος, στη μη επέμβαση σε φυσικούς και πολιτιστικούς σχηματισμούς, καθώς και στην προτεραιότητα της ασφάλειας των συμμετεχόντων. Η εφαρμογή τους δεν υποκαθιστά τη νομοθεσία, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτήν, ενισχύοντας την πρόληψη παραβάσεων και καλλιεργώντας υπεύθυνη στάση απέναντι στα σπήλαια.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος θεωρεί τη συμμόρφωση με τη ΣΟΕ αναπόσπαστο μέρος της σπηλαιολογικής δραστηριότητας, τόσο για τα μέλη του όσο και για όσους συμμετέχουν στις δράσεις του, ως ελάχιστο κοινό κανόνα προστασίας, ασφάλειας και σεβασμού του υπόγειου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.